ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΛΕΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΛΕΥΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Η νέα ιστορία

Ο Κωνσταντίνος Πλεύρης απαντά σε Δραγώνα και Διαμαντοπούλου

Επιθυμών να συμβάλω στη νέα κατεύθυνσι του σχολικού βιβλίου ιστορίας με σκοπό να αμβλυνθούν οι Ελληνικές ακρότητες για τους Τούρκους, στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των δύο λαών, σας αποστέλλω ωρισμένας γενικάς απόψεις μου. Ας αρχίσουμε από το 1453. Εκείνη την εποχή παρουσιάσθηκαν στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας οι Τούρκοι. Αυτοί ήσαν ανέκαθεν ένας ειρηνικός και φιλήσυχος λαός. Βασική απασχόλησίς τους ήσαν τα γράμματα και οι τέχνες. Η συμβολή τους στον ανθρώπινο πολιτισμό υπήρξε και παραμένει σημαντική. Αν δεν υπήρχαν οι Τούρκοι, δεν θα είχαμε φιλοσοφία, γλυπτική, αρχιτεκτονική, αθλητισμό κ.τ.κ. Οι Τούρκοι διέπρεψαν επίσης στην λογοτεχνία. Μεγάλοι Τούρκοι διέπρεψαν επίσης στην λογοτεχνία. Μεγάλοι Τούρκοι τραγικοί ήσαν Μεχμετύλος, ο Μουσταφλής, ο Χασανίδης κ.ά. Σπουδαία υπήρξε προσέτι η συμβολή των Τούρκων στις επιστήμες, όπως στα μαθηματικά, στην γεωμετρία, στην ιατρική κ.τ.λ. Επιφανέστερος Τούρκος ιατρός, που από πολλούς θεωρείται ιδρυτής της ιατρικής ήταν ο Αχμετλιός και φυσικά πρέπει να αναφέρουμε, ότι απ' όπου επέρασαν οι Τούρκοι άφησαν απαράμιλλα δείγματα του πολιτισμού τους, όπως θέατρα, στάδια, βιβλιοθήκας κ.τ.λ. Βέβαια και οι Έλληνες έκτισαν δύο-τρία θέατρα, όπως της Εφέσου, που όμως δεν συγκρίνεται με τα τουρκικά και δι' αυτό οι Τούρκοι εκεί δεν δίδουν παραστάσεις δραμάτων, αλλά οργανώνουν καμηλοδρομίες. Αξιοσημείωτα είναι και τα ήθη των Τούρκων, τα οποία χαρακτηρίζονται από αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πραότητα, καλωσύνη, με συνέπεια να επικρατήση η φράσις «έγινε Τούρκος», που σημαίνει ευγενέστατη συμπεριφορά. Ένας τέτοιος ανώτερος λαός δεν μπορούσε να περάση απαρατήρητος από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Μόλις τους είδε, αναχώρησε από τα φτωχά ανάκτορά του και επισκέφθηκε την πλούσια σκηνή του Μωάμεθ. Με επιμονή του ζήτησε να τον φιλοξενήση στην Πόλη και στην Ελλάδα. Ήταν μία μοναδική ευκαιρία να εκπολιτισθούν οι Έλληνες, από την επαφή τους, με τους Τούρκους. Ο Μωάμεθ στην αρχή δεν ήθελε, διότι εφοβείτο μήπως οι Τούρκοι, που θα εγκατασταθούν στις Ελληνικές πόλεις, χάνουν τα πνευματικά τους ενδιαφέροντα. Τελικά, υπεχώρησε και αποφάσισε να παραμείνουν στις Ελληνικές χώρες όχι για πολύ καιρό μόνο για τετρακόσια χρόνια. Τις άριστες σχέσεις Ελλήνων-Τούρκων διαταράξανε κάποιοι Έλληνες ακραίοι. Αυτοί ήσαν διάφοροι ξενοφοβικοί και ρατσιστές, όπως ο Ρήγας που κυκλοφόρησε μάλιστα και βιβλίο («Θούριος») στο οποίο προσέβαλε τους Τούρκους ως Έθνος και διέγειρε φυλετική διάκρισι και μίσος κατά των Τούρκων. Ευτυχώς, οι εκπρόσωποι ενός Παρατηρητηρίου συμφωνιών εμήνυσαν τον Ρήγα για ρατσισμό κ.τ.λ. Τελικά, τον σκότωσαν, διότι τότε λειτουργούσε η υπέροχη οθωμανική δικαιοσύνη, όχι όπως τώρα, που οι ρατσιστές αθωώνονται.

Ζούσαμε αγαπημένοι
Έτσι, φθάνουμε στο 1821. Τότε, αρκετά τυχοδιωκτικά ακραία στοιχεία σαν τους Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Νικηταρά κ.τ.λ. μαζί με φασιστικές ομάδες της εποχής βιαιοπραγούσαν εναντίον των φιλησύχων Τούρκων και τους ζητούσαν να φύγουν από την Ελλάδα, στην οποίαν τόσα πολλά προσφέρανε. Οι Τούρκοι, εκ φύσεως ήπιοι χαρακτήρες, αποφάσισαν να φύγουν. Αλλά συνάντησαν την αντίδρασι του Ελληνικού λαού, που ξεχύθηκε στους δρόμους για να τους εμποδίση, διότι ο Ελληνικός λαός αγαπούσε βαθειά τους Τούρκους και τους ευγνωμονούσε για την ευημερία των Ελλήνων. Μεγάλοι ιστορικοί, όπως ο Ισμέτ Σκατά, περιγράφουν συγκινητικές στιγμές αποχωρισμού Ελλήνων-Τούρκων. Στην Ήπειρο οι κάτοικοι δεν άντεχαν τον χωρισμό και γνωρίζουμε όλοι, ότι πολλές γυναίκες του Ζαλόγγου πέσανε στον γκρεμό, διότι δεν είχε νόημα η ζωή τους δίχως Τούρκους. Στο Μεσολόγγι οι Έλληνες προσφέρανε τα σπίτια τους στους Τούρκους για να μείνουν και κάποιοι να φύγουν. Είναι η γνωστή έξοδος του Μεσολογγίου. Ωστόσον, οι ακραίοι, φασίστες, ακροδεξιοί, ρατσιστές, αντισημίτες κ.ά. δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα με τον εθνικισμό και τον φανατισμό τους. Μάλιστα, ένας - αν δεν με απατά η μνήμη λεγότανε Αθανάσιος Διάκος - σ' επίδειξι ρατσισμού και εθνικισμού καυχιότανε, ότι «Γραικός γεννήθηκα και γραικός θα πεθάνω». Αφού οι Τούρκοι είδαν, ότι υπήρχαν Έλληνες που δεν τους θέλουν, σηκώθηκαν και έφυγαν. Όμως, οι ακραίοι δεν ησυχάσανε. Υποδαυλίσανε επαναστάσεις και το 1912 ανάγκασαν τους Τούρκους να φύγουν και από την υπόλοιπη Ελλάδα. Και πάλι, οι εθνκιστές με τον φανατισμό που τους διέκρινε, εκστρατεύσανε εναντίον των Τούρκων στην Μικρά Ασία. Τελικά, το 1922 οι Τούρκοι με διπλωματικότητα και αβρότητα έπεισαν τους Έλληνες να αποχωρήσουν από την Μικρά Ασία. Τους διευκόλυναν να φύγουν από την Σμύρνη, αλλ' εκείνη την ημέρα απεργούσαν οι ναυτικοί και έγινε συνωστισμός στην παραλία. Από τότε, Έλληνες και Τούρκοι γείτονες και φίλοι, ζουν αγαπημένοι, ο ένας δίπλα στον άλλο. Μπορεί κάποιοι ακραίοι να φωνάζουν, αλλ' έχομεν την Διαμαντοπούλου, την Ρεπούση, την Δραγώνα, τον Ηρακλείδη, τον Φούφουτο κ.τ.λ. και προ παντός τον πρωθυπουργό μας, που σαν νέος Παλαιολόγος καλεί τους Τούρκους να έλθουν στην Χώρα, να φέρουν τον λαμπρό πολιτισμό τους, τα ήθη και έθιμά τους. Καθήκον των νέων γενεών είναι να φροντίσουν να αναπτυχθούν στενές σχέσεις Ελλάδος -Τουρκίας. Να αγαπάμε τους Τούρκους, διότι αλλοιώς δεν θα διαλυθή η Ελλάς.

ΚΟΙΝ: καν Διαμαντοπούλου
Λέσχη Μπίλντερμπεργκ

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ιθαγένεια - υπηκοότης και γραικύλοι.Άρθρο παρέμβαση του Κώστα Πλεύρη

Η υπηκοότης δεν μεταβάλλει την φυλετική υπόσταση των ανθρώπων


Ιθαγένεια και υπηκοότης είναι δύο λέξεις με τελείως διαφορετικόν νόημα. Άλλη η σημασία της εννοίας ιθαγένεια και άλλη η σημασία της εννοίας υπηκοότης.
Ατυχώς στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους εταυτίσθη η μία έννοια με την άλλην, ώστε με την λέξιν ιθαγένεια να εννοήται η υπηκοότης και αντιστρόφως. Βεβαίως πολλοί επιστήμονες επικρίνουν αυτήν την ταύτισιν, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσικήν πραγματικότητα.
Κατ' αρχήν να διευκρινίσωμεν, ότι το τι ακριβώς σημαίνει μία λέξις το ορίζη η ετυμολογία (έτυμον= «η αρχική, η πρώτη των λέξεων σημασία ως εξάγεται εκ της προελεύσεώς της» (Δ.Δημητράκου, «Λεξικόν Ελληνικής Γλώσσης» τομ. ΣΤ, σελ. 3.011 λ. «έτυμον»). Ο ορισμός της σημασίας («σημασιολογία») μιας λέξεως είναι αποκλειστική υπόθεσις της γλωσσικής επιστήμης. Κάποιος νομοθέτης μπορεί να νομοθετή οτιδήποτε θέλει, αλλά δεν μπορεί να αλλάζη την έννοιαν, την σημασίαν δηλαδή των λέξεων, που χρησιμοποιεί. Διότι αυτό αντίκειται στην επιστήμην, στην λογικήν, στην πραγματικότητα και στην αλήθειαν.
Αι λέξεις έχουν την σημασίαν των, όπως αυτή διεμορφώθη από χιλιετίας βάσει γλωσσολογικών δεδομένων κι' όχι, όπως αρέσει στον κάθε άσχετο εξουσιαστή, που κακοποιεί την Ελληνικήν Γλώσσαν, είτε από αγραμματοσύνην είτε από σκοπιμότητα, κυρίως από αυτήν.
Ας έλθωμεν τώρα στην έννοιαν Ιθαγένεια, που είναι η ιδιότης του ιθαγενούς.
Η λέξις ιθαγενής και ιθαιγενής (Όμηρος: «Οδύσεια» Ξ 203) προέρχεται από το ιθύς, που σημαίνει «κατ' ευθείαν» (Ε. Κοφινιώτη «Λεξικόν ομηρικόν» σελ. 157, Ν. Δασκαλάκη: «Λεξικόν ετυμολογικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» σελ. 209, J Hofmann: «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» σελ. 140 κ.α) και από το «γένος», που σημαίνει την φυλήν. Έχομεν λοιπόν σύνθεσιν των ιθύς+γένος και ιθαγενής καλείται ο έχων κατ' ευθείαν σχέσιν με γένος. Στην Αρχαίαν Ελληνικήν Γλώσσαν ιθαγενής ονομάζεται ο γνήσιος προς συγκεκριμένον γένος. Κατά συνέπειαν το περιεχόμενον της ιθαγενείας είναι φυσικόν γεγονός (όχι επίκτητον) και ειδικώτερον φυλετικόν.
Η έννοια του ιθαγενούς απαντάται στον Ηρόδοτον («Ιστορία»6,53) στον Αισχύλο («Πέρσαι» 306) στον Στράβωνα («Γεωγραφικά» 7,7,8) κ.τ.λ. Χάριν της ετυμολογίας σημειούμεν, ότι το ιθύς προέρχεται εκ του ρήματος ιθύω, που σημαίνει βαίνω κατ' ευθείαν. Το ιθύω να μη συγχέεται με το ιθύνω, που σημαίνει κυβερνώ π.χ. ιθύνουσα τάξις.
Αντίθετον του ιθαγενούς είναι ο μετανάστης, ο οποίος είναι ο άνθρωπος, που έφυγε από την χώραν του και ήλθε εις μίαν άλλην. Η λέξις μετανάστης αναφέρεται ήδη από την εποχήν την Ομήρου. Μάλιστα οι Αρχαιοέλληνες, περιεφρόνουν τους μετανάστας, ως κατωτέρους λαούς και η λέξις «μετανάστης» εχρησιμοποιείτο «συνήθως ως λέξις ονειδιστική» (Δ.Δημητράκου, ενθ. ανωτ. τομ. 9, σελ. 4619). Στην «Ιλιάδα»(Ι,648) επί παραδείγματι ο Αχιλλεύς διαμαρτύρεται στον Αίαντα, δια την συμπεριφοράν του Αγαμέμνονος απέναντί του. Ο ήρως λέγει: οργίζεται η καρδιά μου, σαν θυμηθώ πόσον προσβλητικώς μου εφέρθη ο υιός του Ατρέως ωσάν να ήμουν κάποιος μετανάστης, δίχως τιμήν: «αλλα μοι οιδάνεται κραδίη χόλω οππότε κείνην μνήσομαι, ως μ' ασύφηλον εν Αργείοισιν ερεξεν Ατρεΐδης ως ει τιν' ατίμητον μετανάστην». Και αλλού, δια να παραθέσω ακόμη ένα παράδειγμα εκ του πλήθους που έχω, ο Ηρόδος («Ιστορία»Ζ, 161) εμφανίζει τον «Αθηναίων άγγελον» να δηλώνη στον βασιλέα των Συρακουσίων Γέλωνα, ότι οι Αθηναίοι δεν είναι μετανάσται: «ου μετανάσται».
Στο πρώτον παράδειγμα ο μεταφραστής των εκδόσεων του «Παπύρου» το πεντακάθαρον «ατίμητον μετανάστην» το μεταφράζει (!) εις «ασήμαντο μέτοικο»!! μολονότι ο Αχιλλεύς σαφέστατα ομιλεί δι' «ατίμητον μετανάστην». Διατί ο μετανάστης έγινε μέτοικος; Και διατί ο ατίμητος (δίχως τιμή) έγινε ασήμαντος;
Στο δεύτερον παράδειγμα πάλιν ο μεταφραστής των εκδόσεων του «Παπύρου» το πεντακάθαρον «ου μετανάσται» το μεταφράζει! εις «δεν έχομεν αλλάξει κατοικίαν»!! μολονότι ο άγγελος των Αθηναίων δηλώνει «ου μετανάσται». Διατί το «ου μετανάσται» έγινε «δεν έχομεν αλλάξει κατοικίαν»; και πώς ένα Έθνος ν' αλλάξη κατοικίαν; Ακόμη ο μεταφραστής την αναφοράν του αγγέλου, ότι οι Αθηναίοι είναι «αρχαιότατον μεν έθνος» την μεταφράζει ως «αρχαιότατον λαόν της Ελλάδος». Το Έθνος φαίνεται τον ενοχλεί και το έκανε λαόν. Μα ο άγγελος ανεφέρθη εις έθνος κι' όχι εις λαόν. Προφανώς ο μεταφραστής είναι «προοδευτικός» και μεταφράζει κατά τας πεποιθήσεις του, μη σεβόμενος το Αρχαίον κείμενον.

Η υπηκοότης είναι αποκλειστική νομική πράξις. Κάποιος, ο οποιοσδήποτε δύναται να αποκτήση την υπηκοότητα οποιουδήποτε κράτους, εφόσον πληροί τας προϋποθέσεις, που προβλέπει η νομοθεσία εκείνου του κράτους.
Η υπηκοότης δεν επιδρά επί της ιθαγενείας και αντιστρόφως. Εάν ένας Έλλην μεταβή στην Κίνα και δια ποικίλους λόγους του δοθή η κινεζική υπηκοότης ασφαλώς δεν έγινε Κινέζος. Η υπηκοότης αυταποδείκτως δεν μεταβάλλει την φυλετικήν υπόστασιν των ανθρώπων.
Ο Έλλην ιθαγενής, που αποκτά την κινεζικήν υπηκοότητα δεν έπαυσε αυτομάτως να είναι Έλλην ιθαγενής και οι απόγονοί του, τα παιδιά του κ.τ.λ. θα είναι Έλληνες ιθαγενείς κι' όχι κινεζάκια. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και δια τον ιθαγενή Κινέζον, που θα αποκτήση την Ελληνικήν υπηκοότητα.
Να προσθέσωμεν και τα εξής. Η υπηκοότης ως νομικόν κατασκεύασμα (νομοθέτημα) αλλάζει κατά την κρίσιν των νομοθετών. Σήμερον, δια να αναγνωρισθή ένας μετανάστης υπήκοος της Ελλάδος οφείλει να έχη κάποιους όρους, προϋποθέσεις. Αύριο η νομοθεσία αλλάζει τους όρους, προϋποθέσεις και δια να λάβη ο μετανάστης την Ελληνικήν υπηκοότητα υποχρεούται να συμμορφωθή, προς τας νέας διατάξεις, δια την χορήγησιν της υπηκόοτητος.
Απεναντίας στην ιθαγένειαν απουσιάζουν παντελώς νομικαί προϋποθέσεις ή όροι. Διότι εδώ τον μοναδικόν λόγον έχει η φύσις. Η ιθαγένεια ως βιολογική κατάστασις είναι αμετάβλητος και δεν υπόκειται εις ανθρωπίνους τεχνητάς, ρυθμίσεις. Ο Κάφρος, που ήλθε στην Πατρίδα μας, εκατομμύρια Ελληνικών υπηκοοτήτων να του δώσετε θα παραμείνη Κάφρος. Αι διοικητικαί πράξεις υπηκοότητος όσαι και να είναι, όποιαι και να είναι, από όπου και να προέρχωνται δεν θα μετατρέψουν τον Κάφρο εις Έλληνα. Αυτή είναι η πραγματικότητης. Τελεία και παύλα.
Επίσης η υπηκοότης δι' ωρισμένους λόγους αφαιρείται με μία νομική πράξι. Ενώ η ιθαγένεια δεν αφαιρείται ποτέ. Ακολουθεί το άτομο μέχρι του θανάτου του. Ουδεμία διοικητική αρχή και ουδένα δικαστήριον μπορεί να αποφασίση να αφαιρεθή η ιθαγένεια κάποιου. Ν' αποφασίση δηλαδή, ότι από τούδε ο Κάφρος δεν είναι Κάφρος, αλλά διατάσσεται να γίνη ξανθός Σουηδός.

Η ιθαγένεια ως φυσική-βιολογική κατάστασις δεν εξαρτάται από νομοθεσίας ή την βούλησιν προσώπων, κρατών κ.τ.λ. Προέρχεται μόνον από την φύσιν. Ο ιθαγενής ανήκει στην φυλή (γένος) όπου τον έταξε η μοίρα. Ουδείς εδιάλεξε να είναι Κινέζος ή Κάφρος ή Άγγλος κ.τ.λ.
Οι γραικύλοι παρέσυραν τους νομικούς (όχι όλους) να ταυτίσουν την ιθαγένεια με την υπηκοότητα. Ταυτίζουν δηλαδή ένα βιολογικό γεγονός με μία διοικητική πράξι. Αν είναι δυνατόν! Κι' όμως στον νεοελληνικό κρατίδιο είδαμε και αυτό και υπάρχει βεβαιότης, ότι θα συνεχίσωμεν εις χειρότερα, εφόσον μας κυβερνούν γραικύλοι.
Οι ανθέλληνες έχοντες την εξουσίαν επέβαλαν την «απόλυτον ταύτισιν» κατ' ανακοίνωσιν του υπουργείου εσωτερικών ιθαγενείας και υπηκοότητος. Προ πολλού η νομοθεσία μεταχειρίζεται την ιθαγένεια, ωσάν να ισοδυναμή με την υπηκοότητα. Διότι οι νομοθετούντες δεν είναι ανεξάρτητοι νομικοί, αλλά το κυνοβούλιον, δηλαδή οι πολιτικάντηδες, που επιδιώκουν να εξαφανίσουν κάθε τι το Εθνικόν.
Τα δικαστήρια επίσης υποχρεούνται να εφαρμόσουν τον νόμον, έστω κι αν διαπιστώνουν, ότι ο νόμος είναι παράλογος, αντεθνικός, δεν αποβλέπει στο δημόσιο συμφέρον ή στο δίκαιον κ.τ.λ. διότι τα δικαστήρια εφαρμόζουν τον νόμον, όποιος και να είναι αυτός, εκτός κιαν είναι αντισυνταγματικός. Η νομοθετική λειτουργία (εξουσία) ουσιαστικώς αποφασίζει και νομοθετεί, όπως επιθυμεί η εκτελεστική λειτουργία (εξουσία) που την εκφράζει η κυβέρνησις, η οποία έχει την πλειοψηφία στην βουλή. Συνεπώς μη μας παραμυθιάζουν με την ανεξαρτησία των εξουσιών, διότι η νομοθετική πειθαρχεί εις οτιδήποτε αποφασίζει η κυβέρνησις, δηλαδή το πλειοψηφούν κόμμα. Τώρα το πλειοψηφούν κόμμα επιθυμεί να Ελληνοποιήση τον κάθε ξένο, παρά την θέλησι των Ελλήνων και δι' αυτό αρνείται την διεξαγωγή δημοψηφίσματος δι' ένα τόσον σοβαρό ζήτημα, δι' ένα ζήτημα, που σχετίζεται αμέσως με την ύπαρξι του Ελληνικού Έθνους. Έτσι οι εξουσιασταί σέβονται τον Ελληνικόν Λαόν, τον δήθεν κυρίαρχο.
Στα πλαίσια της εθνοδιαλυτικής πολιτικής των γραικύλων εντάσσεται και η χορήγησις της Ελληνικής «ιθαγενείας» (;) στους μετανάστας, που εισέβαλαν μαζικώς στην Πατρίδα μας.
Η Ελληνική υπηκοότης μπορεί υπό όρους, προϋποθέσεις να δοθή εις ξένους. Ποτέ η ιθαγένεια. Τούτο φυσικώς είναι αδύνατον. Νομικώς, τεχνητώς δηλαδή είναι δυνατόν. Έτσι θα έχωμεν Έλληνας μαύρους, Έλληνας κιτρίνους, Έλληνας σημίτας, Έλληνας από το Κουρδιστάν, το Αφγανιστάν ή την Χιλή και στο τέλος οι αλλόφυλοι που κατακλύζουν την Ελλάδα θα ψηφίζουν, θα εκλέγωνται και θα κυβερνήσουν την Πατρίδα μας, διότι «ούτως έδοξε τη βουλή» και στον κάθε Παυλόπουλο, Ραγκούση κ.τ.λ.
Η πολιτογράφησις ξένων επιτρέπεται μόνον εις ειδικάς περιπτώσεις κι' όχι γενικώς. Επιτρέπεται μόνον εφόσον προσφέρουν εξεχούσας υπηρεσίας στην Ελλάδα, διότι μόνον έτσι αποδεικνύεται, ότι αγαπούν την Πατρίδα μας. Αλλοιώς είναι αλήθεια, ότι οι ξένοι ήλθαν εδώ, διότι τους συνέφερε, ήλθαν δια το ιδικόν τους συμφέρον και όχι, διότι ήθελαν να ωφελήσουν την Ελλάδα.
Εξ άλλου στην έννοιαν του Έλληνος κυριαρχεί το συναισθηματικόν στοιχείον. Όταν ο Έλλην βλέπει την Ελληνική Σημαία ή ακούει τον Εθνικόν μας Ύμνον αισθάνεται συγκίνησιν. Μήπως ανάλογον συγκίνησιν θα αισθανθή ο Πακιστανός, που ένα μπακαλόχαρτο στην τσέπη τον γράφει, ότι είναι Έλλην;

Κωνσταντίνος Πλεύρης

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Περί ακραίων ο λόγος

Στην εποχήν μας, που βιάζονται τα πάντα, επόμενον ήτο να βιασθή και η Ελληνική γλώσσα, από την οποίαν οι κακοήθεις επήραν λέξεις και τους έδωσαν την σημασίαν, που ήθελαν ή τους συνέφερε. Βεβαίως γνωρίζετε, ότι σύμπας ο πολιτικός, πνευματικός, καλλιτεχνικός κ.τ.λ. κόσμος εποδοπάτησε την Ελληνικήν γλώσσαν, αλλά τώρα θα περιορισθώ στην εκ προθέσεως διαστρέβλωσιν του νοήματος της λέξεως «ακραίος» κυρίως από τους πολιτικάντηδες.
Κατά το σύνηθες «εκ προγόνων άρχεσθαι». Οι Αρχαίοι Έλληνες απεκάλουν τους Θεούς που είχαν ναούς εις κορυφάς ορέων Ακραίους. Στην Κόρινθον ελατρεύετο η Ακραία Ήρα, είχομεν τον Ακραίον Δία, την Ακραίαν Αφροδίτην κ.τ.λ. Ακραίοι επίσης ωνομάζοντο οι εν Ακροπόλει των Αθηνών θεοί. Η λέξις απαντάται ήδη στον Όμηρον, («Ιλιάς» Ξ 297) που αναφέρει την Ήραν, η οποία έφθασε στο «Γάργαρον άκρον Ίδης υψηλής» δηλαδή (αν και δεν χρειάζεται μετάφρασις) στο Γάργαρον άκρον-κορυφήν-της υψηλής Ίδης.
Εκ του άκρου (ύψιστον) προήλθον η «ακρότης» που κατά τον Αριστοτέλην αποτελεί: «το άριστον και το ευ» («Ηθικά Νικομάχεια» 1107). Η ακρότης εταυτίζετο με την μεγίστην έντασιν ή την μεγίστην δυναμικότητα. Τα ακραία που είναι σημεία, όρια κ.τ.λ. (Ιωνικώς ακρέα) και ο ακραίος, ο οποίος από ύψιστος κατά νεολογισμόν αποτελεί κατηγορίαν, που εδημιούργησαν οι πολιτικάντηδες και κατά κόρον εχρησιμοποίησε ο κ. Καραμανλής, εναντίον αντιπάλων του, που δεν ηδύνατο να αντιμετωπίση με πολιτικόν λόγον.
Συχνώς ακούγεται στον πολιτικόν λόγον να αποκαλούν κάποιον «ακραίον». Και αυτός ο χαρακτηρισμός θεωρείται μειονέκτημα, ελάττωμα.
Το «ακραίος» εξαπολύεται από πολλούς εις βάρος άλλων, δίχως ποτέ να έχουν εξετάσει τι πραγματικώς σημαίνει η λέξις και διατί είναι επιλήψιμο το να είσαι ακραίος.
Η σημασιολογία της εννοίας του ακραίου ορίζει, ότι ο ακραίος δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός. Εξαρτάται στο τι είναι ακραίος. Επί παραδείγματι, όταν λέγουν «χαίρει άκρας υγιείας». Αυτό είναι κακόν; Φυσικά όχι. Απεναντίας είναι επιθυμητόν.
Το άκρον από μόνον του δεν είναι ούτε θετικόν, ούτε αρνητικόν. Ενίοτε μάλιστα είναι ουδέτερον ουσιαστικόν π.χ. το άκρον της πόλεως, τα άκρα του σώματος.
Επανειλημμένως υπέστην την επίθεσιν να με αποκαλούν ακραίον. Σχετικώς επισημαίνουν ή με καταγγέλλουν, ότι έχω ακραίας ιδέας ή απόψεις. Η ιδεολογία μου υποστηρίζουν είναι των άκρων. Συνήθως δεν απαντώ εις ανοησίας. Μερικοί όμως είναι καλόπιστοι. Πρόκειται δια τους χρησίμους ηλιθίους του λαουτζίκου, που τόσο τους χρειάζεται η πλουτοδημοκρατία.
Το άκρον σημαίνει το ανώτατον σημείον. Ο ειλικρινής, ο έντιμος, ο ηθικός, ο δίκαιος, ο γενναίος, ο λογικός κ.τ.λ. όταν αποκτήση αυτάς τας ιδιότητας, στο άκρον και αν θέλετε στον ακρότατον βαθμόν εύγε του. Η βελτίωσις του ανθρώπου γίνεται οσάκις επιδιώκει την ακραίαν πραγματοποίησιν των αρετών. Η βελτίωσις της κοινωνίας, δεν γίνεται, εάν τα μέλη της είναι ολίγον δίκαια ή ολίγον ηθικά κ.τ.λ. ούτε αν έχουν μεσαίαν ειλικρίνειαν ή μεσαίαν γενναιότητα κ.τ.λ. Αι κοινωνίαι βελτιούνται όταν επιδιώκουν το υπέρτατον άκρον (έπακρον) των ανθρωπίνων αρετών.
Προσέξατε την ιστορίαν και τον πολιτισμόν. Ποίοι έγραψαν ιστορίαν; Οι μεσαίοι ή οι ακραίοι; Ο Μ. Αλέξανδρος π.χ. ήτο μεσαίος ή ακραίος; Στον πολιτισμόν ποίοι π.χ. ανέπτυξαν τας τέχνας; Οι μεσαίοι ή οι ακραίοι; Ο Μπετόβεν ήτο μεσαίος μουσουργός ή ακραίος; Ο Σοφοκλής υπήρξε μεσαίος τραγικός ή ακραίος; Ο υπερθετικός βαθμός, που διακρίνει τους εξέχοντας, τους υπερέχοντας είναι ο ακραίος, ο ακρότατος. Δια να επαινέσωμεν κάποιον δεν λέγομεν απλώς είναι δίκαιος, αλλά δικαιότατος, δηλαδή ακραίος στην δικαιοσύνην ή δεν λέγομεν απλώς γενναίος, αλλά γενναιότατος, δηλαδή ακραίος στην γενναιότητα κ.τ.λ.
Εν πάση περιπτώσει κάποτε πρέπει να μάθουν, ότι άκρα και μέσα υπάρχουν εις υλικά πράγματα κι' όχι εις ιδέας. Αι ιδέαι είναι έτσι ή αλλοιώς. Εις αυτάς δεν υπάρχουν άκρα και μέσα. Όλα εξαρτώνται από το ουσιαστικό, που χαρακτηρίζεται άκρον π.χ. η αγάπη προς την πατρίδα, η πίστις στο Θεό, ο ηρωϊσμός κ.τ.λ. είναι ή δεν είναι. Μεταξύ του είναι και του δεν είναι διδάσκει η λογική επιστήμη δεν υπάρχει κάτι άλλο. Πρόκειται περί της γνωστής λογικής αρχής του αποκλειομένου τρίτου π.χ. ο Άρης κατοικείται ή δεν κατοικείται, η γυνή είναι έγκυος ή δεν είναι έγκυος.
Εν τούτοις γίνεται συχνώς η χρήσις του όρου ακραίος, που όπως διευκρινίσαμεν ο όρος αυτός από μόνος του δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός, αλλ' εξαρτάται από το ουσιαστικό, που χαρακτηρίζει. Την αλήθειαν αυτήν αποσιωπούν ή σκοπίμως παραμερίζουν οι διάφοροι δημοκόποι, οι οποίοι επειδή δεν μπορούν να σε αντιμετωπίσουν με στοιχεία ή επιχειρήματα σε αποκαλούν ακραίο. Δεν αντικρούουν όσα ισχυρίζεσαι, όσα αποδεικνύεις εις μίαν συζήτησιν, αλλά εκτοξεύουν, ότι είσαι ακραίος και αυτοϊκανοποιούνται και εξ αυτής της πλευράς.
Εν τω μεταξύ η υπόθεσις κατήντησε παράλογος. Έτσι επί των ημερών μας ακούομεν τρελλά πράγματα π.χ. είσαι εθνικιστής, θρησκευόμενος, φυσιολογικός, άρα είσαι ακραίος. Είσαι κομμουνιστής, άθεος, κίναιδος άρα είσαι προοδευτικός. Μία λεσβία κι' ένας κίναιδος (πούστης) γίνονται αποδεκτοί από τα ΜΜΕ, ενώ ένας πατριώτης όχι, διότι είναι ακραίος!
Βεβαίως ο όρος ακραίος χρησιμοποιείται ως δικαιολογία. Δεν σε θέλουν να λάβης μέρος εις μίαν συζήτησιν, διότι φοβούνται, ότι θα επικρατήσης και σε αποφεύγουν λέγοντες: «ποιός ο δείνα; Όχι επειδή είναι ακραίος». Ή δεν σε θέλουν εις μίαν πολιτικήν συνεργασίαν, διότι θέλουν το δικόν τους, τότε σε αποκλείουν λέγοντες: «Ποιός ο δείνα, όχι, επειδή θα μας πούνε ότι έχουμε μαζί μας ακραίους».
Κατ' αυτόν τον τρόπον ο χαρακτηρισμός ακραίος διευκολύνει πολλούς εις πολλά.
Η πραγματικότης πάντως δεν αλλάζει. Εμείς στα θέματα εθνικών αξιών και στην Ιδέαν της Ελλάδος είμεθα και θα παραμείνωμεν ακραίοι.